Unë e dua Greqinë… Αγαπώ την Ελλάδα…
(më poshtë në greqisht)
—
Historia e Xhiliano Fejzulla-it është një histori që përsëritet. I lindur e rritur në Greqi dhe banues në Suedi, pse shkoi të çonte fëmijët para pak kohësh të shihnin trojet e të parëve të tij dhe shtëpinë e rrënuar në Çamëri, për katër orë rresht u mbajt në komisariatin e Igumenicës, nën një presion e akuza si armik i Greqisë. Faji i tij ishte se kishte shkruar në Greqi siç mund të shkonte çdo qytetar i Europës. Në shkrimin e tij rreth këtij udhëtimi dhe presionit policor që tronditi ndërgjegjen e fëmijëve të tij, më së fundi ai shkruan: “Unë e dua Greqinë dhe realisht e dua shumë. Mirëpo më shumë dua Shqipërinë, ndërsa Çamërinë e dua pafundësisht!”
Ky është realiteti dhe e vërteta që shkruan ky qytetar, dhe që përmban një domethënie mjaft të madhe. Shumë shqiptarë të Çamërisë sa herë i janë drejtuar kufirit dhe tokave e shtëpive të të parëve të tyre, kanë ndeshur gjithnjë përndjekjen dhe dhunën policore të policisë greke. Është e habitshme sot, në tri dekadat e para të mijëvjeçarit të dytë që të duash të shkosh në fshatrat çame duhet të imagjinosh stratagema të ndryshme që të mund të shkosh deri atje, të bësh një fotogafi dhe kur të shohin ta konfiskojnë, që të mund të shohësh shtëpitë e rrënuara të gjyshërve, të ndjesh mallin dhe zërin e historisë familjare, të atyre që u masakruan dhe u zbuan në kërcënimin e armëve për mos tu kthyer më. Para dy dekadave francezi Bernard Jacob, një muzikolog i njohur botërisht, shkoi në Çamëri me këngëtarin çam Shaban Zenelin dhe regjistroi këngët e tij të dhimbjes në shtëpinë e atit dhe gjyshërve të tij. Filmi dokumentar u shfaq në Paris në Muzeun e Njeriut, ballë kullës Eiffel por Greqia bëri çmos që ai film të mos shfaqej jo vetëm atje por dhe në festivalet muzikore ndërkombëtare. Bernard Jacob, siç më thoshte në Paris nuk arrinte ta kuptonte se politika nacionaliste greke të arrinte deri atje sa të kërkonte të mos flitej më për Çamërinë. Shumë çamë të tjerë kanë provuar dhunën psikologjike të policisë greke kur kanë shkuar në kufi apo kur kanë arritur që si qytetarë tashmë amerikanë, francezë, gjermanë, italianë, suedezë, etj, siç ishte dhe historia e Avdul Sulejmanit vite më parë që nga Italia shkoi të shihte shtëpinë ku kishte lindur dhe ishte rritur dhe ku i ndaluar nga policia greke, mundi të shkonte vetëmtë shihte ato shtëpi që për të ishin si tempuj që s’mund të harroheshin. Por tani, siç shkruan Xhiliano Fejzulla fshati Kuç tashmë quahej Polineri, çka në shumë fshatra të Çamërisë sot emrat dhe toponiemt e fshatrave i gjen të ndryshuar me emra grekë. Dhe atëherë ti mendon: Përse kjo politikë e verbër ndaj historisë, gjithnjë në vazhdim të politikës së vjetër të “Megalo Idea” të shekullit XIX dhe XX, çka është e kundërt me atë çka aspiron dhe përjeton sot Europa demokratike.
Grekë të dashur, miq të vjetër dhe fqinjë historik, vend i kulturës dhe i epopesë homerike. Greqia nuk duhet të jetë kjo siç shfaqet ndaj nesh. E di që ndjeheni keq kur ndesheni vazhdimisht me fakte të tilla. Besoj në atë që ju vjen turp për politikën aktuale të Greqisë që asnjëherë nuk ka kërkuar pardon ndaj çamëve për masakrën historike, falje, siç kanë bërë shumë liderë demokratë të Europës për ngjarje historike të dhimbëshme. Greqia nuk duhet të jetë kjo. Greqia duhet të ndryshojë. Në Evropën e Bashkuar të lirisë dhe të së Drejtës, të kufijve të hapur, koha e nacionalizmave të shekullit XIX dhe XX ka mbaruar. Nesër kur Europa mund të kërcënohet realisht në një kohë ravanshesh të diktatrëve dhe perandorive, ne përsëri do të jemi në të njëjtën llogore për të mbrojtur fatet tona të përbashkëta, ardhmërinë tonë. Zgjohuni dhe hiqini nga sheshet dhe rrugët monumentet e kriminelëve që e masakruan Çamërinë gjer në barkun e nënave.
Ndërkohë që shkruaj këto fjalë, trishtohem me mediat shqiptare, me rrjetet televizive dhe median e shkruar që për “kronikën e zezë” dhe “mondanitetet” banale tregohet një interes i shfrenuar ndërsa për ngjarje që kanë të bëjnë me historinë shqiptare që sot rivijnë në aktualitetin shqiptar këto media numurohen me gishta. Përse vallë kjo? Kaq i madh është presioni grek ndaj tyre? Vallë mendojnë se mos nesër ata do ti kthejnë në kufirin grek? Koha e shantazheve e presioneve ka mbaruar!
Po, ne e duam Greqinë, por një Greqi ndryshe, atë të miqësisë së vërtetë e të solidaritetit, jo Greqinë e presioneve, atë të policisë dhe të urrejtjes. Vetëm kështu ne do të ndërtojmë ardhmërinë tonë.
—
Αγαπώ την Ελλάδα…
Η ιστορία του Τζιλιάν Φεϊζούλα είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνεται. Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Ελλάδα και κάτοικος Σουηδίας, όταν πριν από λίγο καιρό πήγε να δείξει στα παιδιά του τα εδάφη των προγόνων του και το ερειπωμένο σπίτι στην Τσαμουριά, κρατήθηκε για τέσσερις συνεχόμενες ώρες στο αστυνομικό τμήμα της Ηγουμενίτσας, υπό πίεση και κατηγορίες ως εχθρός της Ελλάδας. Το «έγκλημά» του ήταν ότι ταξίδεψε στην Ελλάδα όπως θα μπορούσε να το κάνει κάθε πολίτης της Ευρώπης. Στο κείμενό του για αυτό το ταξίδι και την αστυνομική πίεση που συγκλόνισε τη συνείδηση των παιδιών του, τελικά γράφει: «Αγαπώ την Ελλάδα και πραγματικά την αγαπώ πολύ. Όμως αγαπώ περισσότερο την Αλβανία, ενώ την Τσαμουριά την αγαπώ απέραντα!»
Αυτή είναι η πραγματικότητα και η αλήθεια που γράφει αυτός ο πολίτης και που περιέχει ένα ιδιαίτερα μεγάλο νόημα. Πολλοί Αλβανοί της Τσαμουριάς, κάθε φορά που κατευθύνονται στα σύνορα και στις γαίες και τα σπίτια των προγόνων τους, συναντούν πάντα τον διωγμό και τη βία της ελληνικής αστυνομίας. Είναι αξιοθαύμαστο ότι σήμερα, στις τρεις πρώτες δεκαετίες της δεύτερης χιλιετίας, για να θελήσεις να πας στα τσαμικά χωριά πρέπει να φανταστείς διάφορες στρατηγικές ώστε να μπορέσεις να φτάσεις εκεί, να τραβήξεις μια φωτογραφία, και όταν σε δουν να στην κατάσχουν, μόνο και μόνο για να μπορέσεις να δεις τα ερειπωμένα σπίτια των παππούδων, να νιώσεις τη νοσταλγία και τη φωνή της οικογενειακής ιστορίας, εκείνων που σφαγιάστηκαν και εκδιώχθηκαν με την απειλή των όπλων για να μην επιστρέψουν ποτέ ξανά.
Πριν από δύο δεκαετίες, ο Γάλλος Bernard Jacob, παγκοσμίως γνωστός μουσικολόγος, πήγε στην Τσαμουριά με τον τσάμη τραγουδιστή Σαμπάν Ζενέλη και κατέγραψε τα τραγούδια του πόνου του στο σπίτι του πατέρα και των παππούδων του. Το ντοκιμαντέρ προβλήθηκε στο Παρίσι, στο Μουσείο του Ανθρώπου, απέναντι από τον Πύργο του Άιφελ, αλλά η Ελλάδα έκανε τα πάντα ώστε η ταινία αυτή να μην προβληθεί όχι μόνο εκεί αλλά ούτε και σε διεθνή μουσικά φεστιβάλ. Ο Bernard Jacob, όπως μου έλεγε στο Παρίσι, δεν μπορούσε να καταλάβει πως η εθνικιστική πολιτική της Ελλάδας μπορούσε να φτάσει μέχρι το σημείο να απαιτεί να μην μιλάει πλέον κανείς για την Τσαμουριά.
Πολλοί άλλοι Τσάμηδες έχουν δοκιμάσει την ψυχολογική βία της ελληνικής αστυνομίας όταν πήγαν στα σύνορα ή όταν κατόρθωσαν να φτάσουν, πλέον ως πολίτες Αμερικής, Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Σουηδίας κ.ά., όπως ήταν η ιστορία του Αβδούλ Σουλεϊμάνι πριν από χρόνια, που από την Ιταλία πήγε να δει το σπίτι όπου είχε γεννηθεί και μεγαλώσει και όπου, αν και εμποδίστηκε από την ελληνική αστυνομία, κατάφερε να φτάσει μόνο για να δει εκείνα τα σπίτια που για αυτόν ήταν σαν ναοί που δεν μπορούσαν να λησμονηθούν.
Σήμερα όμως, όπως γράφει ο Τζιλιάν Φεϊζούλα, το χωριό Κουτς ονομάζεται πλέον Πολυνέρι, όπως σε πολλά χωριά της Τσαμουριάς όπου τα ονόματα και τα τοπωνύμια έχουν αλλάξει με ελληνικά. Και τότε σκέφτεσαι: Γιατί αυτή η τυφλή πολιτική απέναντι στην ιστορία, πάντα στη συνέχεια της παλιάς πολιτικής της «Μεγάλης Ιδέας» του 19ου και 20ού αιώνα, κάτι που είναι το αντίθετο από αυτό που επιδιώκει και ζει σήμερα η δημοκρατική Ευρώπη.
Αγαπητοί Έλληνες, παλιοί φίλοι και ιστορικοί γείτονες, χώρα του πολιτισμού και των ομηρικών επών. Η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι αυτή όπως εμφανίζεται απέναντί μας. Ξέρω ότι νιώθετε άσχημα όταν συναντάτε συνεχώς τέτοια γεγονότα. Πιστεύω ότι ντρέπεστε για την τρέχουσα πολιτική της Ελλάδας που ποτέ δεν ζήτησε συγγνώμη από τους Τσάμηδες για τη σφαγή, όπως έκαναν πολλοί δημοκρατικοί ηγέτες της Ευρώπης για οδυνηρά ιστορικά γεγονότα. Η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι αυτή. Η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει. Στην Ενωμένη Ευρώπη της ελευθερίας και του Δικαίου, των ανοιχτών συνόρων, η εποχή των εθνικισμών του 19ου και 20ού αιώνα έχει τελειώσει.
Αύριο, όταν η Ευρώπη μπορεί να απειληθεί πραγματικά σε μια εποχή ρεβανσισμών δικτατόρων και αυτοκρατοριών, εμείς και πάλι θα βρισκόμαστε στο ίδιο χαράκωμα για να υπερασπιστούμε τις κοινές μας τύχες, το μέλλον μας. Ξυπνήστε και αφαιρέστε από τις πλατείες και τους δρόμους τα μνημεία των εγκληματιών που σφαγίασαν την Τσαμουριά μέχρι και στις κοιλιές των μανάδων.
Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις, λυπάμαι με τα αλβανικά μέσα ενημέρωσης, με τα τηλεοπτικά δίκτυα και τον γραπτό Τύπο που για την «μαύρη χρονιά» και για τα επιφανειακά «κοσμικά» θέματα δείχνουν έναν ξέφρενο ενδιαφέρον, ενώ για γεγονότα που σχετίζονται με την αλβανική ιστορία και που σήμερα επανέρχονται στην αλβανική επικαιρότητα, αυτά τα μέσα μετριούνται στα δάχτυλα. Γιατί άραγε; Είναι τόσο μεγάλη η ελληνική πίεση επάνω τους; Μήπως σκέφτονται ότι αύριο θα τους γυρίσουν πίσω από τα ελληνικά σύνορα; Η εποχή των εκβιασμών και των πιέσεων έχει τελειώσει!
Ναι, αγαπάμε την Ελλάδα, αλλά μια διαφορετική Ελλάδα, αυτή της αληθινής φιλίας και της αλληλεγγύης, όχι την Ελλάδα των πιέσεων, της αστυνομίας και του μίσους. Μόνο έτσι θα χτίσουμε το κοινό μας μέλλον.

